Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

2-I

Από όσα πολλά
Θέλησα ή προσπάθησα ή ξεκίνησα να πω
Τα μεγαλοπρεπή αλλά και τα κάπως αστεία
Τα εντελώς λεπτά, τα σχεδόν και οριακά ευαίσθητα
Εκείνα που ήταν αδιόρατο αν είναι αισιόδοξα
και τα καθαρώς απαισιόδοξα
Και εκείνα που συνεχώς φαίνονταν αληθινά συναισθηματικά
Θα ήθελα να έμενε ο στύραξ, και η άμβαρις, και το λίβανον
και εκείνος ο Απρίλης
και ένα φωτισμένο εσωτερικά νησί
κοντά στις όχθες του Απόλλωνα, κουρασμένο
Και ιδιοφυή ,εντελώς λαμπερά φυτά
που θρέφονται με ήλιο και πεντακάθαρο άγιο νερό
Και απαστράπτοντα και εκτυφλωτικά κάτασπρα μάρμαρα.
Και μια ήσυχη πηγή να αναβλύζει την ουσία όλων των πραγμάτων
αλλά για πολύ λίγο μόνο.

Και στην μέση ένα μικρό ξανθό παιδάκι
Να ιχνηλατεί έναν δρόμο που ούτε υπήρξε, ούτε θα ανοιχθεί
που κάποτε γίνεται αυτό που έμελλε να γίνει
ή ακόμα και εκείνο
που θα τσακίσει και τον ήλιο και το νησί.

Και στην άκρη, στην τελευταία άκρη
στην άκρη κάθε άκρης.
Εγώ, ένα μελαχρινό μικρό παιδάκι
Να χορεύω χαρούμενα, με μικρά ,ίσως ακίνδυνα –αλλά ποιος ξέρει;- ερπετά
Όχι ο Ηρακλής, που κουράστηκε νωρίς
Και παραμένει κουρασμένος.
Αλλά εσύ και μόνον.