Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

2-ΙΙ

Δεν ήταν η ανάσα σου που άκουγα.
Ήταν σίγουρα μόνο η δικιά μου.

Πολλαπλασιαζόμενη εσωτερικά.
Σε ένα τεράστιο κτίριο, με κέλυφος από γρανίτη.

Σαράντα μέτρα ψηλό. Εντελώς αθόρυβο.
Να απομονώνεται κάθε σκέψη.
Τίποτα να μην μπορεί να έρθει.
Ούτε να φύγει.

Μέσα του ησυχία, και μια ξηρότητα.
Να σε κάνει να ακούς τον σφυγμό σου.
Να καταλαβαίνεις ότι όντως υπάρχεις
Και λίγο μετά να καταλαβαίνεις ότι είσαι μόνος.
Σε ένα μέρος πιο μεγάλο από οτιδήποτε.

Σαν να κολυμπάς.
Σαν να μην βλέπεις.
Χωρίς να είσαι ένα δελφίνι.

-

Και δεν ήσουν εσύ που έβλεπα.
Ήμουν σίγουρα εγώ.

Τα ίδια ρούχα. Κάπως φθαρμένα. Σχετικά όμορφα.
Τα μάτια μου να με αντιλαμβάνονται.

Και δεν ήμουν σίγουρα εγώ.
Που ήθελα όλο αυτό. Απλά ήρθε.
Και μάλλον κι εσύ άλλα θέλησες.
Δεν το ξέρω ούτε θα το μάθω ποτέ.

Και το κτίριο δεν θα φύγει.
Είναι σαράντα μέτρα. Υψηλό.
Και ούτε εγώ θα φύγω από αυτό.

Μεγάλο σαν την θάλασσα.
Που καταπίνει αχόρταγη χρυσάφι και όλον τον αέρα.

Και έστω κι αν θα φύγω τελικά προς αυτήν, έστω από λάθος
κάποτε ήμουν σίγουρα εγώ, που ήθελα να ακούω

Την δικιά σου ανάσα, μέσα στα βάθη της θάλασσας.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

2-I

Από όσα πολλά
Θέλησα ή προσπάθησα ή ξεκίνησα να πω
Τα μεγαλοπρεπή αλλά και τα κάπως αστεία
Τα εντελώς λεπτά, τα σχεδόν και οριακά ευαίσθητα
Εκείνα που ήταν αδιόρατο αν είναι αισιόδοξα
και τα καθαρώς απαισιόδοξα
Και εκείνα που συνεχώς φαίνονταν αληθινά συναισθηματικά
Θα ήθελα να έμενε ο στύραξ, και η άμβαρις, και το λίβανον
και εκείνος ο Απρίλης
και ένα φωτισμένο εσωτερικά νησί
κοντά στις όχθες του Απόλλωνα, κουρασμένο
Και ιδιοφυή ,εντελώς λαμπερά φυτά
που θρέφονται με ήλιο και πεντακάθαρο άγιο νερό
Και απαστράπτοντα και εκτυφλωτικά κάτασπρα μάρμαρα.
Και μια ήσυχη πηγή να αναβλύζει την ουσία όλων των πραγμάτων
αλλά για πολύ λίγο μόνο.

Και στην μέση ένα μικρό ξανθό παιδάκι
Να ιχνηλατεί έναν δρόμο που ούτε υπήρξε, ούτε θα ανοιχθεί
που κάποτε γίνεται αυτό που έμελλε να γίνει
ή ακόμα και εκείνο
που θα τσακίσει και τον ήλιο και το νησί.

Και στην άκρη, στην τελευταία άκρη
στην άκρη κάθε άκρης.
Εγώ, ένα μελαχρινό μικρό παιδάκι
Να χορεύω χαρούμενα, με μικρά ,ίσως ακίνδυνα –αλλά ποιος ξέρει;- ερπετά
Όχι ο Ηρακλής, που κουράστηκε νωρίς
Και παραμένει κουρασμένος.
Αλλά εσύ και μόνον.