Δεν ήταν η ανάσα σου
που άκουγα.
Ήταν σίγουρα μόνο η δικιά μου.
Πολλαπλασιαζόμενη εσωτερικά.
Σε ένα τεράστιο κτίριο, με κέλυφος από γρανίτη.
Σαράντα μέτρα ψηλό. Εντελώς αθόρυβο.
Να απομονώνεται κάθε σκέψη.
Τίποτα να μην μπορεί να έρθει.
Ούτε να φύγει.
Μέσα του ησυχία, και μια ξηρότητα.
Να σε κάνει να ακούς τον σφυγμό σου.
Να καταλαβαίνεις ότι όντως υπάρχεις
Και λίγο μετά να καταλαβαίνεις ότι είσαι μόνος.
Σε ένα μέρος πιο μεγάλο από οτιδήποτε.
Ήταν σίγουρα μόνο η δικιά μου.
Πολλαπλασιαζόμενη εσωτερικά.
Σε ένα τεράστιο κτίριο, με κέλυφος από γρανίτη.
Σαράντα μέτρα ψηλό. Εντελώς αθόρυβο.
Να απομονώνεται κάθε σκέψη.
Τίποτα να μην μπορεί να έρθει.
Ούτε να φύγει.
Μέσα του ησυχία, και μια ξηρότητα.
Να σε κάνει να ακούς τον σφυγμό σου.
Να καταλαβαίνεις ότι όντως υπάρχεις
Και λίγο μετά να καταλαβαίνεις ότι είσαι μόνος.
Σε ένα μέρος πιο μεγάλο από οτιδήποτε.
Σαν να κολυμπάς.
Σαν να μην βλέπεις.
Χωρίς να είσαι ένα δελφίνι.
Σαν να μην βλέπεις.
Χωρίς να είσαι ένα δελφίνι.
-
Και δεν ήσουν εσύ που έβλεπα.
Ήμουν σίγουρα εγώ.
Τα ίδια ρούχα. Κάπως φθαρμένα. Σχετικά όμορφα.
Τα μάτια μου να με αντιλαμβάνονται.
Και δεν ήμουν σίγουρα εγώ.
Που ήθελα όλο αυτό. Απλά ήρθε.
Και μάλλον κι εσύ άλλα θέλησες.
Δεν το ξέρω ούτε θα το μάθω ποτέ.
Και το κτίριο δεν θα φύγει.
Είναι σαράντα μέτρα. Υψηλό.
Και ούτε εγώ θα φύγω
από αυτό.
Μεγάλο σαν την θάλασσα.
Που καταπίνει αχόρταγη χρυσάφι και όλον τον αέρα.
Μεγάλο σαν την θάλασσα.
Που καταπίνει αχόρταγη χρυσάφι και όλον τον αέρα.
Και έστω κι αν θα φύγω
τελικά προς αυτήν, έστω από λάθος
κάποτε ήμουν σίγουρα εγώ, που ήθελα να ακούω
κάποτε ήμουν σίγουρα εγώ, που ήθελα να ακούω
Την δικιά σου ανάσα,
μέσα στα βάθη της θάλασσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.